Αιώνιοι Φύλακες

Αιώνιοι Φύλακες | Σε έχασα…

Διορθώσεις: Ελένη Πετροπούλου

Έτος 5254 του Μεγάλου Δημιουργού

«Άναψε τη δάδα!», φώναξε ο πατέρας. Η δεκάχρονη Δάφνη άνοιξε το στόμα της εισπνέοντας βαθιά τον γήινο αέρα της σπηλιάς και έπειτα, φυσώντας τον προς το κομμάτι ξύλο που κρατούσε η ίδια, κατάφερε να ανάψει μια μικρή φλόγα στην κορυφή του που έσβησε όμως αμέσως. Απογοητευμένη κατέβασε το κεφάλι και κοίταξε τις άκρες των παπουτσιών της. Ο πατέρας χάιδεψε τα μαλλιά της και γονάτισε μπροστά της κοιτώντας την τρυφερά.

«Η ανάσα του Δράκου είναι μια τέχνη που λίγοι μπορούν να δαμάσουν. Θα γίνεις σπουδαία μια μέρα Δάφνη και θα ανάβεις φωτιές που ούτε οι Δαμαστές Νερού θα μπορούν να σβήσουν.» Η Δάφνη χαμογέλασε δειλά στον πατέρα της και τα μάτια της έλαμπαν από το φως της δικής του δάδας. Ο πατέρας τής έδωσε ένα στοργικό φιλί στο μέτωπο, έπειτα σηκώθηκε όρθιος και στράφηκε προς τον τοίχο. Σχέδια και γραφές άγνωστες για τη Δάφνη, από τα αρχαία χρόνια, διακοσμούσαν τον τοίχο της σπηλιάς και ο πατέρας της τα μελετούσε χρόνια τώρα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την έπαιρνε μαζί του στη σπηλιά. Άλλωστε η Δάφνη δεν είχε γνωρίσει τη μητέρα της. Σύμφωνα με τον πατέρα της, είχε πεθάνει στη γέννα. Ήταν οι δυο τους από πάντα και για πάντα.

Έτος 5264 του Μεγάλου Δημιουργού

Η Δάφνη σκούπισε το ιδρωμένο  πρόσωπο του πατέρα της. Βούτηξε το πανί στη λεκάνη με το νερό και το άφησε στο μέτωπο του. Τελευταία μέρα του η σημερινή. Συνειδητά δεν έπλεξε το χαλί που προοριζόταν για αυτόν. Συνειδητά  επέλεξε την τύφλωση πρώτα και μετά τον αργό και οδυνηρό θάνατό. Έτσι συμβαίνει με τους Ονειροπλόκους, έτσι συνέβαινε πάντα. Ο πατέρας της άνηκε στους αντιρρησίες Ονειροπλόκους. Σε αυτούς που αρνήθηκαν να ακολουθήσουν το όνειρο που είδαν και στη συνέχεια να το πλέξουν στο χαλί, μη θέλοντας να  γίνει πραγματικότητα. Θα πληρώσει όμως αυτή του την επιλογή με την ίδια του τη ζωή

«Δάφνη;»,  ο βήχας και το φλέγμα ακούστηκαν από τα βάθη των πνευμόνων του.

«Εδώ είμαι πατέρα. Πώς είσαι;», τον ρώτησε και ας γνώριζε την απάντηση…

Ο πατέρας έβηξε πάλι και αναζήτησε το χέρι της κόρης του. Η Δάφνη ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό του. Η θερμοκρασία του είχε πέσει. Το τέλος πλησίαζε. Προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της, και ας την είχε εκπαιδεύσει για αυτή την ημέρα και για την υπόλοιπη ζωή της χωρίς αυτόν. Την είχε κάνει δυνατή αλλά τώρα αισθανόταν απολύτως αδύναμη. Με την ανάποδη μεριά του χεριού της σκούπισε τα  μάτια της και κάθισε στο κρεβάτι ενώ κρατούσε απαλά το χέρι του. Ο πατέρας της φαινόταν ήρεμος, παρόλο που τις τελευταίες ημέρες σουβλιές διαπερνούσαν όλο του το κορμί, εμετοί και έντονες ημικρανίες έκαναν την κάθε του στιγμή δύσκολη. Τα μάτια της άφησαν τα δάκρυα ελεύθερα να τρέξουν στο πρόσωπό της . Ήταν νεκρός.

Λάτρης των βιβλίων και της συγγραφής μικρών ιστοριών, ένα ωραίο πρωινό πριν μερικά χρόνια ξεκίνησα να ανεβάζω υλικό σε ένα παλαιότερο blog. Μέχρι που δημιούργησα το παρόν blog, και υποσχέθηκα στον εαυτό μου σιγά σιγά να γεμίσει αυτός ο "μελαγχολικός κήπος" με ιστορίες αντί για άνθη. Ελπίζω να τα καταφέρουμε! Για μένα η έκφραση μέσω των τεχνών είναι πολύ σημαντική για όλους μας! Ακόμα καλύτερα όταν συζητάς με κάποιον για αυτήν!! <3

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *