Πάμπλο

Πάμπλο | Εισαγωγή

5

Επιμέλεια: Cleopatra Strati

Το μικρό χωριό στις παρυφές του βουνού, κάπου στην Τρανσυλβανία, δεν έσφυζε από ζωή. Τα 300 άτομα που το αποτελούσαν εργάζονταν σκληρά για να τα βγάλουν πέρα. Είχαν περάσει χρόνια από τότε που τα ορυχεία είχαν κλείσει και οι κάποτε ανθρακωρύχοι είχαν τώρα στραφεί στην ξυλεία που παρείχε το δάσος και στην κτηνοτροφία που τους έδινε, τουλάχιστον, λίγο γάλα, και δυο αβγά στο τραπέζι τους.

Οι περισσότεροι κάτοικοι, σήμερα, είναι ηλικιωμένοι άνθρωποι με μόνο χόμπι τους το κέντημα, ή την τηλεόραση. Για κάποιους πιο γενναίους – ήδη από τα νιάτα τους – μία βόλτα μέσα στο δάσος. Ένα δάσος για το οποίο παλιές ιστορίες μιλούσαν για μια μάγισσα η οποία, που κάποτε ήταν ίδια με αυτούς, αλλά φέρνοντας στον κόσμο ένα παιδί εκτός γάμου διώχθηκε από το χωριό. Αποκομμένη από όλους τους συγχωριανούς της εκείνη κατέφυγε στο δάσος, ψηλά στο βουνό. Κόντευε να πεθάνει από την πείνα, όταν γνώρισε το Θηρίο.

Λαϊκές δοξασίες, μιλούν για αυτό σαν μία μορφή του Διαβόλου που τρεφόταν από τον φόβο και την απελπισία των κατοίκων. Λέγεται ότι το Θηρίο και η Γυναίκα έκαναν μια συμφωνία. Εκείνη, για να μπορέσει να εκδικηθεί, να ζήσει για πάντα, με αντάλλαγμα την ψυχή του μωρού της. Κάποιοι λένε ότι αρνήθηκε· αλλά οι περισσότεροι πιστεύουν ότι δέχτηκε,. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι από τότε παραμονεύει στις σκιές και γητεύει όσους άντρες παραβιάζουν στα όρια της. Δεν είναι λίγοι που έχουν ακούσει τη φωνή της μέσα από το θρόισμα των φύλλων.

Μοναδική επαφή του χωριού με τον έξω κόσμο είναι το τρένο. Κανείς πέρα από τον σταθμάρχη, έναν παχύ άντρα με μουστάκι, δεν γνωρίζει κάθε πότε έρχεται. Άλλοτε μια φορά το μήνα, άλλοτε μια φορά στις 10 μέρες. Η σιδηροδρομική γραμμή του είναι παλιά και το τρένο ακόμα πιο παλιό. Όταν σταματάει αμέσως οι δυνατοί του χωριού φορτώνουν την ξυλεία που προορίζεται για τις πόλεις.

Χρόνια έχουν να δουν κάποιον επισκέπτη να καταφθάνει. Κάποτε, έρχονταν ντουζίνες κόσμος από άλλα χωριά να δουλέψει στα ορυχεία για ένα κομμάτι ψωμί. Τα πανδοχεία του χωριού δεν αρκούσαν να φιλοξενήσουν τον κόσμο που ξύπναγε αχάραγα προκειμένου να δουλέψει και γυρνούσαν όταν πλέον είχε νυχτώσει. Το φαγητό κρύο, το νερό αμφίβολης ποιότητας, αλλά – το κυριότερο – η διαμονή φθηνή. Οι μόνιμοι κάτοικοι, όσοι έχουν απομείνει από εκείνες τις εποχές, μιλούν για χρυσές εποχές. Τότε που το χωριό τους είχε όπως λένε 1000 κατοίκους και άλλους τόσους εργάτες. Τα εγγόνια τους τούς κοιτούν με ανοιχτό το στόμα, καθώς εκείνοι περιγράφουν τη δύναμη και την αντοχή τους στη δουλειά, πως έσπαγαν την πέτρα με το χέρι τους.  Σήμερα όμως, θα έχουν έναν επισκέπτη. Έναν, που έρχεται από πολύ μακριά. Έρχεται με έναν σκοπό. Αυτός ο σκοπός  θα αλλάξει τα δεδομένα του χωριού. Κάποιοι, μετά από αυτή την ιστορία τον υμνούν σαν ήρωα τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους στο όνομα του Πάμπλο.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *