Daily Inspirations

[Καίτη] Η ανθρωπόμυγα

1

Μπιζ Μπιζ Μπιζ… «Τι είναι αυτό;» Μπιζ Μπιζ Μπιζζζ… Γιατί ακούω βουίσματα;

Ανοίγω τα μάτια και κοιτάω τριγύρω, Μπιζζζ… Βρίσκομαι στο δωμάτιο μου, αλλά κάτι πάει στραβά. Από την υπνηλία μου, σηκώνομαι και πάω να πατήσω στο έδαφος, όμως κάτι πάει στραβά. Κοιτάω κάτω και βλέπω μόνο το ξύλινο παρκέ του δωματίου μου. Πόδια πουθενά. Μπιζζζζ Τρομαγμένη κοιτάω στον καθρέφτη στο πλάι μου και με βλέπω. «Να μια μύγα…» Αλογόμυγα συγκεκριμένα, από τις μεγάλες τις παχιές που ο ήχος τους μου προκαλούσε πάντα πονοκέφαλο. Τώρα τον έχω μονίμως στο κεφάλι μου. Με πιάνει μια ακαταμάχητη ανάγκη να τρίψω τα πόδια μου μεταξύ τους και μετά το κεφάλι μου σαν να πλένομαι. Πετάω και βγαίνω κακήν κακώς από το δωμάτιο μου. «Μάλλον πέθανα και η μετεμψύχωση μου είναι η μύγα!» σκέφτομαι. Μπιζζζ

Η μητέρα μου στο διπλανό δωμάτιο, ακόμα να ξυπνήσει και ας είναι 7 το πρωί. Το κρύο που υπάρχει μέσα στο σπίτι με παγώνει και έτσι πλησιάζω κοντά στην αναμμένη λάμπα του κομοδίνου. «Όχι πολύ κοντά Καίτη, θα καείς! Δεν θυμάσαι τι έγινε με τον Ίκαρο;» λέω στον εαυτό μου. Η μητέρα μου ξυπνάει από το φτερούγισμα των φτερών μου και το συνεχόμενο Μπιζζ και σηκώνεται αδύναμα. Δεν είναι καλά τελευταία. Κουράζεται εύκολά και σωματικά και ψυχικά. Από τότε που χάσαμε τον πατέρα μου, δύο μήνες τώρα, από την παλιαρρώστια, δυσκολεύεσαι πολύ να της πάρεις το μυαλό. Έχει αδυνατίσει πολύ και τα 10 τσιγάρα έχουν γίνει 30. Την κοιτάω με αγάπη και ανησυχία. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο να πλύνει το πρόσωπο της. Την ακολουθώ από απόσταση και κρύβομαι δίπλα στον καθρέφτη. Μπιζζζ. Δεν με έχει πάρει χαμπάρι.

Την ακολουθώ στην κουζίνα, που φτιάχνει τον πρωινό της καφέ. Σίγουρα θα νομίζει ότι δεν έχω σηκωθεί ακόμα, αλλά όταν δει ότι λείπω θα ανησυχήσει πολύ. Την παρατηρώ που τρώει δύο φρυγανιές με μέλι και στα κλεφτά αρπάζω ένα μικρό κομματάκι φρυγανιά. Την μυρίζω να μην έχω ξαναμυρίσει ποτέ και την καταπίνω με ευγνωμοσύνη. Συνεχίζω και την κοιτάζω, και μερικά δάκρυα τρέχουν από τα μάτια της. «Κώστα  μου…» το όνομα του πατέρα μου. «Κώστα μου πόσο πόνο άντεξες…ακόμα και στα τελευταία σου ήσουν βράχος πλάι μου! Πως μπορώ να κάνω το ίδιο για τα παιδιά μας, τώρα που λείπεις εσύ;»

Αν είχα δάκρυα σαν μύγα που ήμουν, θα είχα πλαντάξει. Η βραχνή φωνή της μητέρας μου μαζί με το αδύναμο στεναχωρημένο πρόσωπο της με έκαναν κουρέλι. Ήθελα να την αγκαλιάσω, να την διαβεβαιώσω ότι θα το περάσουμε μαζί αυτό. Αλλά δεν μπορούσα. Ήμουν τόσο κοντά της αλλά και τόσο μακριά της. Πόναγα όμως όσο και αυτή, όμως. Κόβει ένα κομμάτι από το χαρτί κουζίνας και καθαρίζει να μάτια της. «Μάνα εδώ είμαι!!!!» φωνάζω. ΜΠΙΖ ΜΠΙΖ ΜΠΙΖΖΖΖΖΖ!! Τίποτα… που να με καταλάβει…Ανάθεμα…

Εκνευρισμένη πια, πετάω προς το δωμάτιο μου. Το άδειο κρεβάτι μου, τα καλά στρωμένα σεντόνια μου, υποδεικνύουν μίαν άλλη ζωή, στην οποία ήμουν άνθρωπος και μπορούσα να χορέψω, να μιλήσω, να δημιουργήσω… Πάω προς το μαξιλάρι μου, ξαπλώνω και προσεύχομαι να είναι όλα ένα όνειρο, ένα κακό όνειρο.

Το φως από τον ήλιο που πέφτει από το παράθυρο με ξυπνάει.

Μια γνώριμη φυσιογνωμία ανοίγει την πόρτα του δωματίου και μου χαμογελάει στοργικά.

«Καλημέρα πατέρα!»

«Καλημέρα Καίτη αγάπη μου!»

Και χαμογελάμε και οι δύο ευτυχισμένοι.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.