Δανάη

[Δανάη] Κεφάλαιο 8ο

0

Διορθώσεις: Μαίρη Δάογλου

Ανσί, Ιούλιος, έτος τρίτο

Σε λίγη ώρα μπαίνουμε σε μία από τις πιο πρόσφατες και πιο όμορφες πόλεις της Γαλλίας. Είναι Ιούλιος μήνας και αρχές Αυγούστου ξεκινάω την πρακτική μου. Ο Αυγουστίνος μού έκανε έκπληξη, ταξίδι στο πανέμορφο από ότι έμελλε να δούμε Ανσί, το οποίο χρονολογείται πως αποτελεί μέρος της Γαλλίας από το 1860. Την ονομάζουν “το διαμάντι των Γαλλικών Άλπεων”, αφού βρίσκεται στις παρυφές τους.

Πριν από έναν μήνα αρραβωνιαστήκαμε, και το Ανσί αποτελεί τον πρώτο προορισμό μας. Σε εφτά ημέρες παίρνουμε το αεροπλάνο από Λυών για Ελλάδα. Μας περιμένουν πως και πως, όπως και εμείς άλλωστε. Ειδικά την Κατερίνα, που μόλις άκουσε τις ιδιαιτερότητές της ο Αυγουστίνος, την αγάπησε προτού καν ακόμη τη γνωρίσει.

Είμαι ευτυχισμένη. Για πρώτη φορά, το λέω και το εννοώ. Δεν έχω λάβει ξανά τέτοια αγάπη και τέτοια στήριξη από άλλον άνθρωπο στη ζωή μου. Αισθάνομαι ότι μπορώ να καταφέρω τα πάντα και αν όχι, υπάρχει κάποιος να με βοηθήσει να σταθώ στα πόδια μου. Δεν είναι σημαντικό αυτό; Αυτό δεν θέλουμε όλοι άλλωστε;

Θυμάμαι, τον τρόπο που με ρώτησε να τον παντρευτώ. Μου έφτιαξε την αγαπημένη του σπεσιαλιτέ, αυτήν που μας έφερε κοντά την πρώτη φορά, και πλέον και δική μου αγαπημένη, και ενώ τσουγκρίζαμε για την επιτυχία μου στις εξετάσεις, χτυπάει η πόρτα του σπιτιού. Ανοίγω και βλέπω έναν μεταφορέα με ένα δέμα. Μένω έκπληκτη, γιατί δεν θυμόμουν να έχω παραγγείλει κάτι και το δέμα είχε το όνομά μου.

«Άνοιξε το μωρό μου, μπορεί να είναι κάτι σημαντικό» με προτρέπει ο Αυγουστίνος, ενώ πίνει λίγο από το κρασί του. Κάθομαι δίπλα του και το ανοίγω. Ήταν το αντίτυπο του βιβλίου με τις συνταγές μαγειρικής που ήθελα να αγοράσω τότε από το βιβλιοπωλείο του. Τον κοιτάω και γελάω.

«Είναι λίγο αργά τώρα, δεν νομίζεις;» και του χαμογελάω.

«Άνοιξε το, μπορεί να έχουν προσθέσει καμιά καινούργια συνταγή να δοκιμάσουμε…»

Ανοίγω το εξώφυλλο και βλέπω ένα κουτάκι από κοσμηματοπωλείο. Το ανοίγω και αυτό με τη σειρά του και είχε το πιο όμορφο διαμάντι που είχα δει ποτέ. Είχε το χρώμα της θάλασσας, της χώρας μου, και των ματιών του αγαπημένου μου Αυγουστίνου.

«Θα με παντρευτείς, αγάπη μου;» με ρωτά στα γαλλικά όλο γλύκα.

«Ναι καρδούλα μου» του απαντώ και γω στη γλώσσα του, με ένα πελώριο χαμόγελο.

Ζω σε ένα παραμύθι… Η πόλη του Ανσί με μάγεψε, και η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα να μείνω λίγο παραπάνω. O αρραβωνιαστικός μου γελάει και μου υπόσχεται ότι θα ξανάρθουμε για μήνα του μέλιτος, αλλά τώρα πρέπει να φύγουμε για τον τόπο μου.

«Θα διηγηθώ τα πάντα στην Κατερινούλα», του λέω και μου σκάει ένα φιλί.

«’Όχι αν σε προλάβω πρώτος», μου απαντάει και γελάει.

Θεέ μου, αν με ακούς, απάντησε μου… Πόση ευτυχία χωράει στα μάτια δύο ανθρώπων;

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.