Daily Inspirations,  Ιστορίες

[Θέμος] Εκείνο το τέλος.

6

«Λοιπόν; Έτοιμος;» η γνώριμη φωνή του αγγέλου φθάνει στα αυτιά μου. Την ακούω καιρό τώρα, σχεδόν μυρίζω την Θεία του φύση.

«Όχι, δεν έχει ξυπνήσει ακόμη.» του απαντώ με την γερασμένη, βραχνή φωνή μου. Μια φωνή που κάποτε έσειε τους τοίχους, στεντόρεια και συνάμα ευγενική, χαρούμενη όταν ερχόταν εκείνη.

«Έτσι μου είπες και χθες… προχθές… και παραπροχθές» γκρινιάζει ο άγγελος και καταλαβαίνω την δυσανασχέτησή του.

«Σου χαλάω το πρόγραμμα;» του λέω και αρχίζει να γελάει δυνατά.

«Μπα σε καλό σου… έχεις χιούμορ… μου κάνει εντύπωση που δεν σε πήραν στο τσίρκο όταν ήσουν μικρός!»

«Ναι, πως την γλίτωσα τότε! Πάλι καλά προτιμήσαν τον άλλον τον χαϊδεμένο μας, που δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά του.» μείναμε και οι δύο σιωπηλοί προσπαθώντας να σκαλίσουμε την μνήμη μας. Δεν μπορώ να δω καθαρά πια, αλλά είμαι σίγουρος ότι με κοιτάει με αυτό το βλέμμα της λύπησης για ό,τι μου συμβαίνει. Για τα χρόνια που περάσαν, χρόνια που δεν γυρνούν, χρόνια που για εκείνον δεν μετράνε ποτέ, αλαφριά… σαν χάδι του αέρα στο πρόσωπό του.

«Ναι, αλλά μετά ήρθε αυτή….» συνεχίζει, δοκιμάζοντας την μνήμη μου για ακόμη μια φορά.

«Ναι ήρθε…» κατεβάζω χαμηλά το κεφάλι και ακουμπάω το σαγόνι μου στα μπροστινά μου πόδια. Στη θύμηση της πρώτης μας ματιάς, καστανά τα δικά της, ζεστά και γεμάτα αγάπη που με ανατρίχιασαν, με φόβισαν ολόκληρο. Δεν είχα δεχτεί πάλι τέτοια θαλπωρή. Καμπούριασα και εγώ την ράχη μου, φούντωσα την μαύρη ουρά μου και της έδειξα ότι εγώ δεν είμαι από αυτούς που τη βγάζεις καθαρή μαζί τους.

«Όμως… η Ραφαέλα σε μάζεψε, σε πήρε από κει… Ξέρεις, ήμουν έτοιμος να ‘ρθω για σένα τότε. Ήσουν στη βραχεία λίστα μου, που λένε. Αλλά η Ραφαέλα σε γλίτωσε τελευταία στιγμή.»

«Κάλλιο αργά, παρά ποτέ άγγελε…»

«Ναι σίγουρα μικρέ μου φίλε. Πρέπει να φύγουμε όμως. Οι διαταγές είναι διαταγές, και ο χρόνος πολύτιμος και για τους δυο μας.»

«Σε λίγο ξυπνάει… να δες το ρολόι στο τοίχο. Σε 5 λεπτά θα κατέβει τις σκάλες για να φτιάξει το πρωινό της τσάι, και να μου βάλει την αγαπημένη μου κονσέρβα. Να άγγελε, σε 5 λεπτά από τώρα. Δώσε μου 5 λεπτά ακόμη…» του νιαουρίζω παρακαλετά, σχεδόν ουρλιάζω για να με ακούσει και να μου κάνει αυτή τη χάρη.

Ο άγγελος σιωπά, και κάθεται ήσυχος απέναντί μου, περιμένοντας την Ραφαέλα να ξεκινήσει την πρωινή της ρουτίνα. Εγώ από την άλλη αισθάνομαι την καρδιά μου να χτυπάει παρέα με κάθε δευτερόλεπτο του ρολογιού. Ακούω σχεδόν πεντακάθαρα τα βήματά της στη σκάλα, 5…4…3…2…1, την νοιώθω να με σηκώνει στην αγκαλιά της και να χαϊδεύει το κεφάλι μου, όπως μόνο εκείνη ξέρει. Το απαλό, σχεδόν αθόρυβο γουργούρισμα μου κάνει την εμφάνισή του και η Ραφαέλα με σφίγγει ελαφριά στην ζεστή αγκαλιά της.

Τα άσπρα, κοντά της μαλλιά μυρίζουν έντονα το μαλακό σαμπουάν που χρησιμοποιεί. Με πηγαίνει αγκαλιά στη κουζίνα τραγουδώντας μου.

Είσαι τσίφτης γάτος

γάτος μουστακάτος,

Θέμος ο μάγκας,

μάγκας και γυναικάς…

Το τραγούδι μας. Ένα τραγούδι από ένα παλιό παιδικό που έβλεπε στα νιάτα της, μαζί με τα παιδιά της, μόνο που όταν έφτιαξαν τα σπιτικά τους, μείναμε οι δυο μας να το τραγουδάμε παρέα, εκείνη στη γλώσσα της και εγώ στην δική μου. Πως μπορώ να την ευχαριστήσω για τα τόσα χρόνια που περάσαμε μαζί; Όλες τις χαρές, όλες τις λύπες, στα κρύα που σκαρφάλωνα στο κρεββάτι της να ζεστάνω τα πόδια της, ή στη ζέστη που με άφηνε να πιάνω την καλύτερη θέση μπροστά στον ανεμιστήρα. Πάντα μου έδινε μια μπουκίτσα από το φαγητό της, ακόμα και αν δεν με άφηνε να ανέβω στο τραπέζι της. Κάθε γέλιο και κάθε στιγμή μαζί.

 Αισθάνομαι την καρδιά μου αδύναμη αλλά παράλληλα γεμάτη.

«Άγγελε; Αν είναι να με πάρεις, πάρε με τώρα. Τώρα που η καρδιά είναι ανοιχτή, και η χαρά μεγάλη. Έτσι η θλίψη θα είναι μισή…» τον παρακαλώ για ακόμη μια φορά.

Ο Άγγελος πλησιάζει τη Ραφαέλα και έμενα. Εκείνη σαν να καταλαβαίνει ένα φύσημα του αέρα κοιτάει τριγύρω της. Ένα φύσημα αέρα λοιπόν και εγώ αισθάνομαι να αιωρούμαι. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια την βλέπω πεντακάθαρα μπροστά μου. Σχεδόν ίδια και απαράλλαχτη. Καρφώνει το βλέμμα της στον αέρα, σαν να με βλέπει, σαν να με κοιτάει κατευθείαν στα μάτια μου. Τα καστανά ζεστά της μάτια κοιτούν το κενό, γνωρίζοντας ότι κάτι είναι εκεί.

«Δεν σε βλέπει…»

«Με βλέπει…» απαντάω στον άγγελο, και γυρνάω να τον κοιτάξω.

«Ήρθε η ώρα»

«Ναι, ήρθε η ώρα άγγελε…»

Με τα τέσσερα ποδαράκια μου, κολυμπάω στον αέρα να τον φθάσω. Κουρνιάζω στην αγκαλιά του και εκείνος μου χαϊδεύει στοργικά την ράχη.

«Μην ανησυχείς Ραφαέλα, θα τον φροντίζω εγώ.» και απλώνοντας το δεξί του χέρι κλείνει τα μάτια του σώματός μου. Έτσι, σαν να κοιμάμαι στην αγκαλιά της. Όπως πάντα άρεσε και στους δυο μας.

Τέλος

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.