Δανάη,  Ιστορίες

[Δανάη] Κεφάλαιο 1ο

6

Διορθώσεις: Μαίρη Δάογλου

 Ένας χρόνος αργότερα

«Έλα να βγούμε μια φωτογραφία γλυκιά μου! Ο κόσμος θα τρελαθεί και θα πέσουν οι αντιδράσεις βροχή!»

«Ντίνα, έλα τώρα… Κράτα τον ενθουσιασμό σου για αύριο, στα γενέθλια του Νίκου. Σήμερα βγήκαμε για έναν απλό καφέ, να σε δω και να μου πεις για τον καινούργιο, τον πώς τον είπαμε;» τη ρωτάω, με σκοπό να της αλλάξω θέμα.

«Δανάη γλυκιά μου, μπορεί να είναι ο ένας και μοναδικός και δεν τον θυμάσαι; Θα τον γνωρίσεις αύριο μια και καλή! Μην σε κουράζω με λεπτομέρειες!»

Τι να της πω; Ότι με έχουν κουράσει όλα αυτά; Ότι κάθε ένας που μου διηγείται είναι ο ένας και μοναδικός; Ότι έχω τα δικά μου; Γελάω και της λέω ότι ανυπομονώ.

Φεύγοντας, συλλογίζομαι και καταλήγω ότι η Ντίνα από τη μεριά της καλά κάνει. Υπάρχουν πολλοί ‟ένας και μοναδικός” εκεί έξω, απλά πρέπει να βρεις τον δικό σου. Η Ντίνα έκλεισε τα τριάντα πριν δύο μήνες, έχει σταθερή δουλειά ως μεσίτρια, και σχέδιό της τώρα είναι να βρει τον σύντροφο της ζωής της. Για την ακρίβεια, έχει πέσει με τα μούτρα στο σχέδιο αυτό. Έχει ‟πρόγραμμα”, όπως λέει. Δίνω δέκα μέρες στον καθένα… Αν καταφέρει να με εντυπωσιάσει, τότε συνεχίζουμε, αλλιώς στην μανούλα του! Δεν δίνω σημασία στις εκφράσεις της. Ξέρω ότι δεν τα εννοεί –τουλάχιστον στο εκατό τοις εκατό. Είναι ένας εξαιρετικά ευαίσθητος άνθρωπος που, έχοντας περάσει πολλά, έχει σηκώσει αρκετές άμυνες. Όπως όλοι μας άλλωστε.

Εγώ; Είμαι καλά… και το εννοώ. Έφυγα από την προηγούμενη δουλειά μου μιας και δεν με κάλυπτε πλέον, και ας μου πρότειναν προαγωγή με περισσότερα λεφτά και μια θέση που λίγα άτομα στην ηλικία των είκοσι επτά έχουν καταφέρει. Έχει δύο μήνες που δεν κάνω απολύτως τίποτα, και ο λόγος είναι ότι, από όταν βγήκα από την σχολή στα είκοσι δύο μου έπιασα κατευθείαν δουλειά. Από τότε έπηζα το μυαλό μου μπροστά από έναν υπολογιστή, με ατελείωτες συναντήσεις με προϊσταμένους για να κανονίζουμε τη ροή της δουλειάς.

Η πάθηση μου; Έχω συνέλθει αρκετά. Με βοηθάει ιδιαίτερα ο γιατρός μου και έχω βελτιώσει πολύ τον τρόπο σκέψης μου. Αλλά έχουμε δρόμο ακόμη. Ούτε εγώ, ούτε αυτός μπορούμε να πούμε με σιγουριά αν μπαλώσαμε την τρύπα καλά, ή αν κινδυνεύει να σκιστεί έστω και λίγο αν πιαστεί πουθενά. Προς το παρόν όμως, η ζωή δεν περιμένει· προχωρά. Και αυτό κάνω και εγώ.

Έφτασα… άργησα λίγο βέβαια αλλά με τόση κίνηση στους δρόμους τι περιμένεις; λέω στον εαυτό μου και πατάω το κουδούνι. Ακούω χαρούμενα γαυγίσματα από μέσα και βαριά βήματα. Κάτι τέτοιες ώρες λυπάμαι τους ανθρώπους στο από κάτω διαμέρισμα.

«Δανάη, άργησες και το φαγητό είναι έτοιμο».

«Καλησπέρα μπαμπά. Μυρίζω καλά; Πίτσα και σήμερα;» του απαντάω γελώντας.

Γελάει και αυτός ενώ ο σκύλος του ο Μαξ με καλωσορίζει με την ουρά του ξεσκονόπανο. Ο πατέρας μου είναι συγγραφέας και έχει το ησυχαστήριό του. Ένα μικρό διαμέρισμα σε μια περιοχή δέκα λεπτά από την πόλη και το σπίτι μας. Περιόδους σαν αυτή, φεύγει το πρωί από το σπίτι μας και αφοσιώνεται στα βιβλία του και τις έρευνές του μέχρι αργά το απόγευμα, που τον περιμένει η μητέρα μου και το καθιερωμένο δείπνο.

«Μην πεις τίποτα στη μητέρα σου… Θα γκρινιάζει πάλι! Θα είναι το μυστικό μας».

Γελάω, μιας και από μικρή είναι ατάκα του πατέρα μου αυτή. Έχουμε πολλά μυστικά, αλλά ποτέ δεν κρατάνε για πολύ. Η μητέρα μου τα παίρνει αμέσως χαμπάρι και μας τη λέει.

Μου αρέσει το διαμέρισμα του μπαμπά… Είναι ένα απλό δυάρι γεμάτο με βιβλία και σημειώσεις. Έχει βάλει και ένα μικρό κρεβάτι, για να ξαπλώνει τα μεσημέρια, που συνήθως το καταλαμβάνει ο Μαξ. Κουβέντα στην κουβέντα, λέω στον πατέρα μου για την απόφασή μου.

«Εμένα δεν με πειράζει. Το βρίσκω πολύ σημαντικό να δίνεις πίσω στους ανθρώπους. Αρκεί να μην επηρεάσει εσένα και την κατάστασή σου. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

«Ναι πατέρα, καταλαβαίνω. Το συζήτησα με τον γιατρό μου και θεωρεί πως θα μου προσφέρει γνώσεις, δημιουργικές ώρες ενασχόλησης και γνωριμίες με νέους ανθρώπους».

«Άρα μένει μόνο να το πεις στη μητέρα σου».

«Δεν θα το πάρει καλά… Τι να της πω; Φεύγει το παιδί σου να σπουδάσει ψυχολογία, με σκοπό να βοηθήσει εθελοντικά στο μέλλον τους συνανθρώπους της;»

«Κάπως έτσι αγάπη μου…» μου απαντάει στοργικά ο πατέρας μου.

Παίρνω τον δρόμο για το σπίτι. Η απόφασή μου πάρθηκε ήδη τρεις μήνες νωρίτερα, όταν εξέφρασα στον γιατρό μου ότι δεν μπορώ άλλο με την δουλειά μου και ότι θέλω να ασχοληθώ με κάτι διαφορετικό. Κάτι που να έχει ουσία, και όχι αριθμούς και μηχανές.

«Μικρή είσαι ακόμη. Γιατί δεν σπουδάζεις κάτι διαφορετικό;» με ρωτάει.

«Σαν τι; Η Ψυχολογία με ενδιέφερε από μικρή, αλλά διάλεξα τελικά τον κλάδο των Διοικητικών».

«Σημαντικός κλάδος η Ψυχολογία. Καμιά φορά, ίσως και πιο σημαντικός από τον τομέα της Ψυχιατρικής. Να ξέρεις, ότι αυτοί οι δύο κλάδοι συνεργάζονται αρκετές φορές με έναν ασθενή προκειμένου να ορθοποδήσει».

«Νόμιζα ότι ήταν ανταγωνιστές…» αναφέρω, έχοντας στον νου μου ό,τι είχα ακούσει στο παρελθόν.

«Ορισμένοι το πιστεύουν αυτό και το στηρίζουν. Δεν είμαι ένας από αυτούς. Με χαρά θα συνεργαζόμουν με κάποιον αξιόλογο ψυχολόγο για να βοηθήσω έναν ασθενή μου. Μακάρι να είσαι εσύ αυτή!» μου απαντάει χαμογελώντας.

Χτυπάει το τηλέφωνο, η Ντίνα είναι·

«Έλα γλυκιά μου! Πήρα να σου πω ότι πήρε πόδι και αυτός… Ακούς εκεί, να μην θέλει να έρθει αύριο στο πάρτι. Εγώ τον άντρα μου τον θέλω κοινωνικό και μέσα σε όλα. Μα να μου λέει ότι είναι νωρίς ακόμη; Αχ με τι έχω μπλέξει… Ναι σου λέω! Παράλογος εντελώς! Λοιπόν, σε κλείνω γλυκιά μου… Πρέπει να πάω να δω πώς θα βαφτώ αύριο και τι θα φορέσω φυσικά! Ο Νίκος έχει πολλές γνωριμίες… ποτέ δεν ξέρεις. Και δεν το λέω μόνο για μένα! Γεια σου!» κλείνει και λύνομαι στα γέλια.

Α ρε Ντίνα… θα μου λείψεις!

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.