Δανάη,  Ιστορίες

[Δανάη] Η Αρχή

7

Διορθώσεις: Μαίρη Δάογλου
Illustration: Ertion Selimi

Ξύπνησα και τώρα. Κοιτάω δίπλα μου, κανείς. Ένα φως στον ορίζοντα μου δείχνει να καταλάβω ότι ξημερώνει. Το ρολόι δίπλα στο κομοδίνο λέει έξι και μισή. Μια μέρα σαν όλες τις άλλες… Αλλά μια μέρα δύσκολη, σαν πολλές άλλες.

Το σώμα μου δεν δείχνει πρόθυμο να σηκωθεί. Ο εγκέφαλος μου μουδιασμένος, δυσκολεύομαι να σκεφτώ, να δώσω σήμα να σηκωθεί το κορμί. Η αγωγή μού θολώνει το πρωινό μου ξύπνημα. Είμαι βαριά και χωρίς θέληση για τίποτα. Κλείνω τα μάτια μου για δύο λεπτά, ελπίζοντας πως θα συνέλθω, αλλά ξέρω ότι τίποτα δεν θα αλλάξει. Είναι η πρώτη μου εβδομάδα έτσι, και ο γιατρός μού τόνισε ότι χρειάζομαι τουλάχιστον τρεις εβδομάδες για να συνηθίσω. Είναι σαν τους απρόσμενους επισκέπτες αυτή η ασθένεια· δεν ξέρεις πότε θα έρθουν, πόσο θα κάτσουν, και αν θα χρειαστεί να τους φιλοξενήσεις για λίγο καιρό… Για πόσο; αναρωτιέμαι και θλίβομαι.

Δεν την επέλεξα. Αυτή με βρήκε. Ήρθε σιγά σιγά, ύπουλα και χωρίς προειδοποίηση. Ήμουν καλά, αλλά δεν το ήξερα τότε. Και ξαφνικά, έπεσαν όλα πάνω μου. Μια δυσθυμία στην αρχή, ένα “δεν έχω όρεξη σήμερα” και μετά άγχος, κρίσεις, νεύρα και ένα συναίσθημα που μου έπνιγε τον λαιμό. Δεν έχεις τίποτα, θα συνέλθεις, ο ένας. Εγώ στην ηλικία σου είχα τα τριπλάσια προβλήματα και ήμουν μια χαρά, ο άλλος. Όλοι ξέρουν καλύτερα –έτσι λένε τουλάχιστον– αλλά κανείς δεν είναι στο δικό μου σώμα για να καταλάβει τι αισθάνομαι, τι σκέφτομαι… τι ζω.

«Ειδικό γιατρό; Γιατί να πας εκεί;» η μητέρα μου, μόλις της είπα για την απόφαση μου.

«Μα, τόση οικογενειακή θαλπωρή, τόση φροντίδα… Όλα έτοιμα στα έχουμε και εσύ θες να πας στον τρελογιατρό;»

Τόσα στερεότυπα από τους μεγαλύτερους.

«Γιατρός είναι μητέρα… και λέγεται ψυχίατρος, όχι ‟τρελογιατρός”. Και θα πάω να δω αν έχω κάτι, είτε σου αρέσει είτε όχι» απαντάω, με όση πειθώ μπορούσα να βάλω στη φωνή μου.

Σιωπή.

Μου αρέσει η σιωπή· ηρεμεί το μυαλό μου έτσι.

Πέρασαν τα δύο λεπτά, κι αισθάνομαι ελάχιστα καλύτερα. Μια προσπάθεια ακόμα να δώσω το σήμα. Ανώφελο… Πιάνω το τηλέφωνο από δίπλα μου και στέλνω μήνυμα ότι ούτε και σήμερα θα παρουσιαστώ στη δουλειά. Τρίτη μέρα η σημερινή που δεν θα πάω να δουλέψω. Μια δουλειά που πλέον δεν μου φέρνει ευχαρίστηση. Ανώφελη και αυτή…

Ο ήλιος εμφανίστηκε και μου τυφλώνει τα μάτια. Γυρνάω πλευρό και κοιμάμαι. Το μεσημέρι ίσως ξυπνήσω και σηκωθώ. Ίσως ξυπνήσω και έχουν περάσει όλα. Αύριο θα πάω στη δουλειά, υπόσχομαι στον εαυτό μου. Και θα έχω μια γεμάτη μέρα, προσθέτω, στη σημαντική για μένα αυτή υπόσχεση. Μέχρι τότε όμως, είμαι βαριά. Ας κοιμηθώ…

~~~~

Έχω απομακρυνθεί από όλους και από όλα. Πήρα την άδεια που δικαιούμουν από τη δουλειά, αλλά το τηλέφωνο δεν σταματά να χτυπά. Φίλοι, συνάδελφοι, όλοι να με ρωτήσουν τι έγινε, ο καθένας για τον δικό του λόγο. Κάποιοι όντως ρωτούν από ενδιαφέρον, άλλοι απλά για να κουτσομπολέψουν, και οι υπόλοιποι για να κάνουν το κοινωνικό τους καθήκον. Λες και θα θυμάμαι εγώ αύριο ποιοι ενδιαφέρθηκαν για την απουσία μου.

Δεύτερη εβδομάδα και είμαι καλύτερα. Δεν έχω ψευδαισθήσεις. Ξέρω όμως ότι πρόκειται μόνο για μια μικρή, ευχάριστη αναλαμπή, συνδυασμός του βασικού χαπιού με το ηρεμιστικό. Δεν έχω ανακτήσει τις δυνάμεις μου ακόμη, αλλά ο ύπνος έχει γίνει πιο εύκολος. Κάθομαι στην αυλή του σπιτιού μου με έναν καφέ και δυο φρυγανιές με μέλι για πρωινό. Μην πίνεις πολλούς καφέδες, μόνο ταραχή θα σου φέρουν, με συμβουλεύει ο γιατρός. Εμένα… που ο καφές είναι η αρχή του σύμπαντός μου. Επιπλέον το αλκοόλ κομμένο για ένα χρονικό διάστημα, μέχρι να ισορροπήσεις, και μετά ίσως μία με δύο μπύρες την εβδομάδα. Εντάξει, αυτό δεν με πείραξε. Πέρασα την ηλικία που κάναμε συναγωνισμό στις παρέες ποιος έχει το πιο γερό στομάχι. Αξέχαστες εποχές…

«Πώς είσαι κόρη μου σήμερα;» ρωτά η μητέρα μου, που μέσα από τη χροιά της φωνής της καταλαβαίνω φόβο, παράπονο και αγάπη μαζί.

«Καλύτερα», της απαντάω. «Μην φοβάσαι, όλα καλά».

«Θες να πάμε μια βόλτα στην πόλη σήμερα;» με ρωτάει με έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

Λάθος κίνηση, αλλά και αυτή το καλό μου θέλει, μάνα μου είναι. Αρχίζει η ταχυκαρδία και μόνο στη σκέψη να βρεθώ σε ένα μέρος με πολύ κόσμο σχετικά μακριά από το σπίτι μου. Κόσμος… Όχι δεν θέλω. Εδώ θέλω να μείνω, εδώ με την ησυχία και την ευχάριστη ζεστασιά του ήλιου.

Η μητέρα μου ακόμη περιμένει μια απάντηση, και εγώ πρέπει να πω κάτι χωρίς να την ανησυχήσω.

«Όχι σήμερα», απαντάω. «Αύριο όμως ναι, να πάμε και για έναν ωραίο καφέ κάπου ήσυχα».

Η μητέρα μου χαμογελάει, λες και μπορεί να κάνει διαφορετικά.

Μην μένεις άπραγη, κάνε πράγματα….ό,τι σε ευχαριστεί, ο γιατρός επιμένει σε αυτό το κομμάτι, και ας του κλαίγομαι ότι δεν έχω ενδιαφέροντα και η δουλειά μου ήταν η μόνη που με ευχαριστούσε. Η δουλειά είναι δουλειά και η ευχαρίστηση, ευχαρίστηση, μου απαντάει. Σίγουρα θα υπάρχει κάτι για να περάσεις την ώρα σου. Πάρε ένα βιβλίο. Χασκογελάω μιας και το διάβασμα με απωθούσε από μικρή. Δες φίλους και πέρνα καλά, τελευταία προσπάθειά του να με ταρακουνήσει. Βρες έναν άνθρωπο να περάσεις την ζωή σου. Μπορεί όχι αμέσως, αλλά σε λίγο καιρό που θα αισθανθείς καλύτερα. Του εξηγώ ότι το έχω ξεχάσει το άθλημα του φλερτ εδώ και καιρό και αστειευόμαστε μεταξύ μας με το γνωστό ανέκδοτο με το ποδήλατο.

Γελάω σκεπτόμενη τη χθεσινή συνεδρία και κοιτάω το μποστάνι της μητέρας μου. Ο καιρός ήταν καλός φέτος και έχουν ανθίσει όλα. Τρώω τη δεύτερη φρυγανιά και πιάνω τον εαυτό μου να χάνεται για μια ακόμα φορά. Κάνε κάτι, μου μιλάει ο γιατρός μέσα στο μυαλό μου, και εγώ παίρνω μια απόφαση. Να σηκωθώ από την καρέκλα και να περπατήσω στον κήπο. Εκεί που έσκαβα και βοηθούσα τους γονείς μου όταν ήμουν μικρή να φυτέψουν τη βελανιδιά, το γιασεμί… Εκεί που έτρεχα γεμάτη λάσπες από τη βροχή και φώναζε η μητέρα μου να μπω στο σπίτι γιατί θα παγώσω.

Πάω στην αποθήκη και αρπάζω ένα καπέλο και γάντια. Δίπλα στο μποστάνι έχει φέρει η μητέρα μου ρίζες ντοματιάς και ορισμένων αρωματικών φυτών. Αρπάζω το φτυάρι και ξεκινάω. Τι καλύτερο από το να ασχολείσαι με τη γη; Αυτή εκτιμά την προσπάθεια σου και θα φέρει καρπούς. Και οι καρποί αυτοί θα θρέψουν την οικογένεια σου… υπάρχει πιο τίμια δουλειά;

~~~~

Ένας μήνας πέρασε· δεν είμαι τέλεια, αλλά βαδίζω προς τα εκεί.

Μπορώ και ξυπνάω πλέον κανονικά.

Μπορώ έστω και με λίγη δυσκολία να συναναστρέφομαι με κόσμο.

Μπορώ επιτέλους να σας πω το όνομα μου.

Με λένε Δανάη και είμαι είκοσι έξι χρόνων. Μπορεί να μην με ξέρετε, αλλά κυκλοφορώ ανάμεσά σας, μέσα από πολλούς ανθρώπους που έχουν περάσει κάποιου είδους ψυχική ασθένεια. Δεν είμαι η μόνη και σίγουρα είμαστε περισσότεροι από ό,τι φαντάζεστε. Ζούμε μαζί σας, απαλλαγμένοι από ταμπού και φοβίες. Παλεύουμε καθημερινά με ένα θηρίο μέσα στο μυαλό μας, το οποίο προς το παρόν έχουμε ηρεμήσει. Μην μας φοβάστε, δεν είμαστε επικίνδυνοι. Και μην μας κρατάτε σε απόσταση, δεν κάνει καλό σε κανέναν από τους δυο μας. Ακούστε μας χωρίς κριτική και χωρίς στερεότυπα. Σίγουρα κάτι έχουμε να σας πούμε, και σίγουρα κάτι θα έχετε να πάρετε.

Έχω επιστρέψει στη δουλειά μου, αλλά χωρίς να δίνω το εκατό τοις εκατό. Έχω αρχίσει να συνειδητοποιώ τις καταστάσεις που με έφεραν στο σημείο αυτό. Μπορώ να τις αλλάξω; Όχι, αλλά μπορώ να μάθω να τις διαχειρίζομαι διαφορετικά. Θα αφήσω τον εαυτό μου να φτάσει πάλι στο ίδιο σημείο; Όχι, θα παλέψω για μένα και για ό,τι αγαπάω. Οι φίλοι μου, τα αδέλφια που διάλεξα είναι εδώ και με στηρίζουν σε όλο αυτό. Η οικογένειά μου παρούσα σε ό,τι μου συμβαίνει και εγώ ένας από τους πολλούς που τραβάμε ένα διαφορετικό μονοπάτι. Έφταιγα εγώ για όλο αυτό; Ίσως… Το επέτρεψα να συμβεί, αλλά όχι ξανά. Με αυτό κατά νου, προχωράω κανονικά. Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *