Daily Inspirations,  Ιστορίες

Η λίστα θανάτου

0

Η ανάσα της βγήκε κοφτή και γρήγορη πάνω στην βιασύνη της να αρπάξει τα κλειδιά της και να φύγει από το σπίτι της. Άρχισε γρήγορα να περπατάει στον δρόμο, σαν να τρέχει να προλάβει το λεωφορείο ή κάποιο σημαντικό ραντεβού, μα όχι. Έτρεχε να ξεφύγει από τις αναμνήσεις της. Μια συγκεκριμένη ανάμνηση βασικά, που την στοίχειωνε σε όλη την παιδική της ηλικία, που πάλεψε με νύχια και με δόντια να ξεπεράσει. Γιατροί, παπάδες προσπάθησαν να την βοηθήσουν, αλλά τελικά η ανάμνηση θάφτηκε όταν γνώρισε εκείνον. Μπορεί να ήταν 17 χρόνια μεγαλύτερος της, αλλά ποιον νοιάζουν πλέον αυτά; Την έκανε να αισθάνεται μοναδική, επιθυμητή μα πάνω από όλα ολοκληρωμένη. Ήταν ήδη δέκα χρόνια μαζί, και τα δύο τους παιδιά ο Χρόνης και η Αναστασία άνθιζαν σαν τα μπουμπούκια την άνοιξη. Διερχόμενο αμάξι! Σταματάει δύο δευτερόλεπτα πριν την παρασύρει. Θα ήταν μια λύτρωση βέβαια.

~~~

«Δες το Ράνια, πόσο λεπτοδουλεμένο είναι; Βλέπεις τα γράμματα; Μπορείς να τα διαβάσεις;» της είπε η γιαγιά της.

«Μο…μου…μουστάρδα!» διαβάζει δυνατά το επτάχρονο κορίτσι και γελάει με το κατόρθωμα της.

«Μπράβο το κορίτσι μου! Μουστάρδα! Γυρνάμε το βέλος προς τη μουστάρδα και ξέρουμε ότι χρειάζεται να την αγοράσουμε από το μπακάλικο. Κοίτα και πίσω, γράφει το όνομα σου! Ράνια σαν την προ προ γιαγια σου!» κοιτάει την εγγονή της ενώ εκείνη παίζει ακόμα με αυτό το περίεργο αντικείμενο του πολύ μακρινού παρελθόντος, μιας λίστας θανάτου.

~~~

«Έχεις αυγά μικρούλα;» την ρωτάει ο ξένος, αυτός που μπήκε αργά την νύχτα σπίτι της γιαγιάς και την είχε δέσει στην καρέκλα. Η Ράνια τον κοιτάει απορημένη.

«Όχι ε; για γύρνα το βέλος στην λίστα… Έχεις γάλα μήπως; γύρνα και αυτό το βελάκι!» η απόκοσμη φωνή του, η μαύρη του κουκούλα έκρυβε το πρόσωπό του, αλλά η φωνή του συριστική, απρόσωπη και αλλαγμένη για τους στόχους του, την διέταζε να παίξει με την λίστα για τα ψώνια της. Σύντομα με βία και χωρίς έλεος, άρχισε να μαχαιρώνει την γιαγιά της. Το αίμα κάλυψε το πάτωμα και η Ράνια άφησε μια τσιρίδα. Ο ξένος σηκώνει την τσάντα με τα λεφτά, ενώ η μικρή κοίταζε τα διάπλατα ανοιχτά και νεκρά μάτια της γιαγιάς της και λιποθυμάει. Δεν αισθάνεται το φιλί του ξένου στο μέτωπό της ούτε το χάδι του στο μάγουλο της.

Η αστυνομία δεν τον βρήκε ποτέ… ούτε αυτόν, ούτε τα λεφτά, ούτε την λίστα. Έμεινε μόνο η Ράνια και οι αναμνήσεις της.

~~~

Η Ράνια τρέχει και φθάνει έξω από το γραφείο του άντρα της. Τα μάτια της κλαίνε. Οι αναμνήσεις παρέα με την λίστα που κρατάει στο χέρι της, την έχουν κάνει να τρέμει. Δεν θέλει να το πιστέψει. Μπαίνει μέσα και χτυπάει την πόρτα πίσω της. Ο Γιώργος πετάγεται κοιτάζοντας μια την ίδια μία τη λίστα. Αφήνει ένα συριστικό γέλιο, και η Ράνια ανατριχιάζει ολόκληρη.

«Έχεις αυγά Ράνια; της λέει βγάζοντας ένα μαχαίρι από το συρτάρι του γραφείου του. «Γάλα έχεις;» την πλησιάζει παίζοντας με το μαχαίρι. Η ίδια έχει παγώσει στην θέση της. «Γύρνα τα βέλη Ράνια… Πρέπει να ψωνίσουμε για τα παιδιά…» γελάει απόκοσμα και πάει να την μαχαιρώσει στο στομάχι. Ο κρότος από το όπλο της Ράνιας ακούστηκε εκκωφαντικός μέσα στο γραφείο. Ο Γιώργος κάνει δύο βήματα πίσω κρατώντας την ματωμένη κοιλιά του. «Πως;» την ρωτάει και πέφτουν και οι δυο τους κάτω στο πάτωμα. Την επόμενη μέρα οι ειδήσεις μιλούσαν για μια μητέρα, που προστάτεψε τα παιδιά της από τον κατά συρροή δολοφόνο πατέρα τους.

Η ίδια όμως τρέμει ακόμα όταν γράφει την λίστα για τα ψώνια της.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.